Ένα μαγικό ταξίδι στο χρόνο

  Στο άκουσμα και μόνο του ονόματος της Σύρας, σε πολλούς έρχεται συνειρμικά στο μυαλό τους η γεύση και το άρωμα των παραδοσιακών γλυκισμάτων της, των πασίγνωστων λουκουμιών.
Σε άλλους πάλι που την έχουν γνωρίσει περισσότερο,  η Σύρα έρχεται στο μυαλό τους σαν το πρώτο Εμπορικό λιμάνι και το πρώτο Βιομηχανικό Κέντρο της Ελεύθερης Ελλάδας και σε άλλους, για πρώτη φορά τη συναντούν στο διάβα τους, δεν είναι άλλη από την πρώτη στάση, το πρώτο λιμάνι που πιάνει το πλοίο στη διαδρομή για να φτάσει στη Μύκονο.

  Μέσα στις πολλές της πρωτιές που μετρά η Σύρα, σίγουρα καμαρώνει για το πλούσιο και φαντασμαγορικό  Καρναβάλι της, τα ίχνη του οποίου χάνονται πολύ βαθιά στο χρόνο.
Έθιμα τα οποία ενώθηκαν κατά τη διάρκεια των δύο μεγάλων διαφορετικών περιόδων της ιστορίας της, της περιόδου εκείνης πριν την Ελληνική Επανάσταση, στο μόνο μέρος που κατοικούνταν την εποχή αυτή, τη Χώρα – τη σημερινή Απάνω Σύρα – και της περιόδου εκείνης μετά τον ερχομό των προσφύγων από τα ανατολικά νησιά του Αιγαίου, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν τον χώρο του φυσικού λιμανιού που βρίσκεται στ’ ανατολικά του νησιού, την κατοπινή Ερμούπολη.
Αυτοί οι καινούργιοι άποικοι, μέσα στις αποσκευές τους, εκτός από το νοικοκυριό τους, πλούσιο ή πενιχρό, κουβαλώντας μέσα τους μια αβέβαιη και χλωμή ελπίδα επιβίωσης, έφεραν επίσης τα δικά  τους τραγούδια και τις δικές τους ιστορίες αλλά κυρίως τα δικά τους έθιμα και παραδόσεις για να τους θυμίζουν τον τόπο που άφησαν για πάντα και προσφέροντάς τα ως δώρο στη νέα γη που τους δέχτηκε, τα έσμιξαν με αυτά των ντόπιων, δημιουργώντας μια πανδαισία από χρώματα και μουσικές που συνόδευε για πολλά χρόνια όλες τις εκφάνσεις της κοινής τους πολιτιστικής ζωής.

   Όλη λοιπόν αυτή η διαφορετικότητα είναι που έδωσε και αυτόν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της Συριανής Αποκριάς.

  Κατά την περίοδο που το νησί κατοικούνταν μόνο στο λόφο της Άνω Σύρου, από τους αυτόχθονες συριανούς η ζωή ήταν αρκετά δύσκολη αν λάβουμε υπ’ όψιν ότι στο πέρασμα αυτών των αιώνων οι κάτοικοι έζησαν με πολλές δυσκολίες δεχόμενοι πολλαπλά πλήγματα από τους συνεχόμενους τουρκοβενετικούς πολέμους, τις πειρατικές επιδρομές, του λοιμούς και τις θανατηφόρες επιδημίες.
Περιορισμένοι στο κάστρο, αρκετά ανασφαλείς και φοβισμένοι, απασχολούμενοι αποκλειστικά και μόνο με την αγροτική καλλιέργεια, την αλιεία και περιορισμένα με τη ναυτιλία, μη κατέχοντας ιδιαίτερη μόρφωση μέχρι και τον 17ο αιώνα που ήρθαν τα μοναχικά τάγματα των Καπουτσίνων μοναχών, επιπλέον γαλουχημένοι και προσηλωμένοι στα διδάγματα  της αυστηρής  Καθολικής Πίστης, δεν κατάφεραν να δημιουργήσουν το πλαίσιο εκείνο ώστε να επιδείξουν πολύ μεγάλη φαντασία κατά τον εορτασμό της Αποκριάς.

  Ωστόσο,  η περίοδος της Αποκριάς, με γλέντια, με μουσική, τραγούδια και χορούς, που σαν κορωνίδα τους είχαν τον  μπάλο και το συρτό, χορεύοντας με συνοδεία των ήχων της κάιντας (ή αλλιώς ζαμπούνας), του ντεφιού και της τραμπούκας , καλά κρατούσε.

  Η ερώτηση που ακούγονταν τις μέρες πριν την Τελευταία Αποκριά ήταν : ” Που θα αποκριώσουμε “.

Μαζεύονταν σε σπίτια και γλεντούσαν βάζοντας ρεφενέ, δηλαδή ο καθένας έφερνε φαγητό ή κρασί για να το μοιραστεί με την παρέα.
Κάποιοι “μουρώνονταν” δηλαδή ντυνόντουσαν μασκαράδες με αυτοσχέδια ρούχα, παλιά και κουρελιασμένα ή γυναικεία, γιατί οι μασκαράδες ήταν κατά κανόνα άντρες, φορώντας στο πρόσωπο χάρτινες μάσκες. (Θυμάμαι ότι όταν ήμουν μικρή ο παππούς μου έφτιαχνε τέτοιες μάσκες από εφημερίδα ψαλιδίζοντας τες στα σημεία για τα μάτια και τη μύτη… είμαι σίγουρη ότι και σ’ εκείνον ο δικός του παππούς θα του το είχε μάθει..)
Οι ιδέες για μεταμφίεση ήταν από την καθημερινή τους ζωή αλλά και από τα θεάματα της εποχής…
Άντρες που ντύνονταν τσιγγάνες με παρδαλά ρούχα, αρκούδες  που χόρευαν  με τον αρκουδιάρη να παίζει τουμπί ή ντέφι, νύφη και γαμπρός και άλλοι πάλι ντυμένοι με προβιές ζώων φορώντας κέρατα στο κεφάλι.
Οι μασκαρεμένοι κρατούσαν στα χέρια τους αντικείμενα που προκαλούσαν μεγάλη φασαρία όπως ροκάνες, κουδούνες προβάτων ή τουμπερλέκια.
Κατά την περίοδο αυτή οι νοικοκυρές έφτιαχναν  διαφόρων  λογιών γλυκίσματα που τα προσέφεραν απλόχερα στους μασκαράδες που γύριζαν στα σοκάκια και τις πλατείες την τελευταία αποκριά πειράζοντας τον κόσμο  και  λέγοντας αστεία τραγουδάκια με συγκεκαλυμμένα μηνύματα.
   Για τους καθολικούς  κατοίκους της Απάνω Σύρας, η τελευταία μέρα της Αποκριάς δεν ήταν η Καθαρά Δευτέρα αλλά η Καθαρή Τρίτη, γιατί αυτή τη μέρα είναι που καταναλώνουν και το τελευταίο λιπαρό τρόφιμο. Από την Τετάρτη της Τεσσαρακοστής (ή αλλιώς Τετάρτη της Στάχτης) ξεκινά επίσημα η περίοδος της νηστείας και εγκράτειας που πρέπει να συνοδεύεται  με προσευχή και  τα “ψυχικά ” (αγαθοεργίες). Την Καθαρή Τρίτη γινόταν ένα μεγάλο γλέντι  με χορούς, με όλη την κοινότητα μαζεμένη στην κεντρική πλατεία, για να αποχαιρετήσουν τις Απόκριες.

  Στην Ερμούπολη τώρα τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά…και ο λόγος προφανής.


   Δύο πολύ μεγάλες τάξεις από τα πρώτα χρόνια της δημιουργίας της χαρακτηρίζουν το κοινωνικό προφίλ της πόλης.
   Η εργατική τάξη, με τις ταπεινές της καταβολές, την έλλειψη βασικών πόρων και πρόσβασης στη εκπαίδευση και από την άλλη η λαμπρή και δυνατή αστική, μεγαλοαστική θα έλεγα, τάξη η οποία είχε πρόσβαση και επιρροές αποκλειστικά και μόνο από την πρωτοπόρα Δύση.

  Ωστόσο,  η περίοδος της Αποκριάς, με γλέντια, με μουσική, τραγούδια και χορούς, που σαν κορωνίδα τους είχαν τον  μπάλο και το συρτό, χορεύοντας με συνοδεία των ήχων της κάιντας (ή αλλιώς ζαμπούνας), του ντεφιού και της τραμπούκας , καλά κρατούσε.

  Η ερώτηση που ακούγονταν τις μέρες πριν την Τελευταία Αποκριά ήταν : ” Που θα αποκριώσουμε “.

Μαζεύονταν σε σπίτια και γλεντούσαν βάζοντας ρεφενέ, δηλαδή ο καθένας έφερνε φαγητό ή κρασί για να το μοιραστεί με την παρέα.
Κάποιοι “μουρώνονταν” δηλαδή ντυνόντουσαν μασκαράδες με αυτοσχέδια ρούχα, παλιά και κουρελιασμένα ή γυναικεία, γιατί οι μασκαράδες ήταν κατά κανόνα άντρες, φορώντας στο πρόσωπο χάρτινες μάσκες. (Θυμάμαι ότι όταν ήμουν μικρή ο παππούς μου έφτιαχνε τέτοιες μάσκες από εφημερίδα ψαλιδίζοντας τες στα σημεία για τα μάτια και τη μύτη… είμαι σίγουρη ότι και σ’ εκείνον ο δικός του παππούς θα του το είχε μάθει..)
Οι ιδέες για μεταμφίεση ήταν από την καθημερινή τους ζωή αλλά και από τα θεάματα της εποχής…
Άντρες που ντύνονταν τσιγγάνες με παρδαλά ρούχα, αρκούδες  που χόρευαν  με τον αρκουδιάρη να παίζει τουμπί ή ντέφι, νύφη και γαμπρός και άλλοι πάλι ντυμένοι με προβιές ζώων φορώντας κέρατα στο κεφάλι.
Οι μασκαρεμένοι κρατούσαν στα χέρια τους αντικείμενα που προκαλούσαν μεγάλη φασαρία όπως ροκάνες, κουδούνες προβάτων ή τουμπερλέκια.
Κατά την περίοδο αυτή οι νοικοκυρές έφτιαχναν  διαφόρων  λογιών γλυκίσματα που τα προσέφεραν απλόχερα στους μασκαράδες που γύριζαν στα σοκάκια και τις πλατείες την τελευταία αποκριά πειράζοντας τον κόσμο  και  λέγοντας αστεία τραγουδάκια με συγκεκαλυμμένα μηνύματα.
   Για τους καθολικούς  κατοίκους της Απάνω Σύρας, η τελευταία μέρα της Αποκριάς δεν ήταν η Καθαρά Δευτέρα αλλά η Καθαρή Τρίτη, γιατί αυτή τη μέρα είναι που καταναλώνουν και το τελευταίο λιπαρό τρόφιμο. Από την Τετάρτη της Τεσσαρακοστής (ή αλλιώς Τετάρτη της Στάχτης) ξεκινά επίσημα η περίοδος της νηστείας και εγκράτειας που πρέπει να συνοδεύεται  με προσευχή και  τα “ψυχικά ” (αγαθοεργίες). Την Καθαρή Τρίτη γινόταν ένα μεγάλο γλέντι  με χορούς, με όλη την κοινότητα μαζεμένη στην κεντρική πλατεία, για να αποχαιρετήσουν τις Απόκριες.

  Στην Ερμούπολη τώρα τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά…και ο λόγος προφανής.


   Δύο πολύ μεγάλες τάξεις από τα πρώτα χρόνια της δημιουργίας της χαρακτηρίζουν το κοινωνικό προφίλ της πόλης.
   Η εργατική τάξη, με τις ταπεινές της καταβολές, την έλλειψη βασικών πόρων και πρόσβασης στη εκπαίδευση και από την άλλη η λαμπρή και δυνατή αστική, μεγαλοαστική θα έλεγα, τάξη η οποία είχε πρόσβαση και επιρροές αποκλειστικά και μόνο από την πρωτοπόρα Δύση.


   Οι απλοί άνθρωποι του μεροκάματου κατά τις μέρες της Αποκριάς μαζεύονταν στα σπίτια ή στις αυλές ή ίσως λίγο καλύτερα σε κάποια ταπεινή ταβέρνα  ή τον καφενέ, όχι ακριβώς όπως μας έρχεται σήμερα στο νου…
Κρασί και τηγανητοί μεζέδες (!!) στην καλύτερη περίπτωση, με πλανόδιους μουσικούς να παίζουν δημοτικά τραγούδια  με κάιντα και τουμπί ή κάποιο οργανάκι.
Όσο περνούν τα χρόνια και η οικονομία του νησιού ανθίζει, η διαστρωμάτωση αλλάζει επίσης και η κοινωνία εξελίσσεται. Συνεπώς, αλλάζουν και τα πράγματα στον εορτασμό της Αποκριάς.

  Μαθαίνουμε ότι το 1890 ιδρύεται μια επιτροπή που ονομάζεται Κομιτάτο, για τη διεξαγωγή των Απόκρεω και τη βράβευση της καλύτερης μεταμφίεσης στην Ερμούπολη. Έχει μάλιστα ορίσει και χρηματικό έπαθλο για τους νικητές του διαγωνισμού…
              Α΄ βραβείο δραχμές 250
              Β΄ βραβείο δραχμές 150
              Γ΄ βραβείο  δραχμές 100
              Δ΄ βραβείο δραχμές 70
              Ε΄ βραβείο δραχμές 50
             ΣΤ΄ βραβείο δραχμές 50

  Την ίδια χρονιά, κατά τη διεξαγωγή του διαγωνισμού, δεκαπέντε μέρες μετά τη σύστασή της, συνέβη και το εξής “παρατράγουδο”:

    Κάποιος  απόφοιτος της φιλολογίας, υποδυόμενος τον τότε πρωθυπουργό της  χώρας Χαρίλαο Τρικούπη, καβάλα πάνω σε ένα γαϊδούρι, ακολουθούμενος από μερικά ακόμη γαϊδούρια χωρίς σαμάρι που φορούσαν την επιγραφή ” Είς εκ των 76″ (εννοεί τον αριθμό βουλευτών του τότε πρωθυπουργού), αλλά και με άλλες επιγραφές όπως “Μονοπώλια”, ” Φόροι και πάλιν φόροι”, “Δάνεια και πάλιν δάνεια         – τελικά όσα χρόνια και να περάσουν, τα ίδια γίνονται !! – ο οποίος έχοντας πετύχει κατά πολύ την ομοιότητα στο πρόσωπο και την εμφάνιση του και μιμούμενος με τρομερή επιτυχία τις κινήσεις του, έλαβε μέρος στον διαγωνισμό.
   Ο κόσμος όλος, ανεξαρτήτως πολιτικής παράταξης, καθώς επίσης και το ίδιο το Κομιτάτο, τον επιδοκίμασε με χειροκροτήματα και επευφημίες, όμως η Αστυνομική Αρχή του τόπου, ο Διοικητής της Μοιραρχίας, του απαγόρευσε να παρελάσει μπροστά από την επιτροπή επειδή θα προσέβαλε το πρόσωπο του πρωθυπουργού. Το πλήθος τότε εξαγριώθηκε και με ζητωκραυγές ετοιμάστηκε να …«…κατασπαράξη και τον αυθάδην εκείνον και την δημόσιαν δύναμιν, υπό την αιγίδαν της οποίας ετελούντο ταύτα, ράβδοι και καθίσματα εκ των πέριξ καφενείων υψώθησαν , ρήξις φοβερά ήθελεν επακολουθήσει…». (  απόσπασμα από δημοσίευμα Συριανής εφημερίδος της περιόδου αυτής των γεγονότων ).
    Τη λύση του συμβάντος έδωσαν δύο δικαστικοί λειτουργοί, οι οποίοι από τον εξώστη της Λέσχης είδαν και άκουσαν τα πάντα και με λογική και σύνεση στο τέλος ηρέμησαν τα πνεύματα.
   Η μεταμφίεση αυτή, αν και ομολογουμένως ήταν η πιο επιτυχημένη όλων όσων συμμετείχαν, λόγω των συμβάντων  δεν βραβεύτηκε από τα χρήματα του κομιτάτου,  αν και η επιτροπή το επιθυμούσε διακαώς, αλλά από αυτοσχέδιο έρανο μεταξύ των παρισταμένων μέσα σε δύο ώρες, συγκεντρώνοντας το ποσό των 510 δραχμών.


  Υπάρχουν επίσης και πολλά άλλα δημοσιεύματα που κατά καιρούς σχολιάζουν τις εκδηλώσεις και τα γεγονότα που συμβαίνουν στη Σύρο τις Απόκριες.


  Το 1894 διαβάζουμε έναν σχολιασμό σε κάποια εφημερίδα:
Η Ερμούπολις…  «…διεσκέδασε λαμπρώς καθ’ όλας αυτής τας τάξεις.  Πανταχού ήκουέ τις άσματα διαχεόμενα εις τον αέραν και έρρυθμα βήματα πλήττοντα στο έδαφος. Ο μανές, το τραγούδι διεδέχοντο τον μπάλο και τον λανσιέ, το δε οργανάκι αντικαθίστα επαξίως το κλειδοκύμβαλον. Ευτυχώς μεθ’ όλην την ευθυμίαν των πολιτών , ήτις περιεχύθη  από των οικιών μέχρι των οινοπωλείων ουδέν το έκτροπον, ουδέν το εγκληματικόν εγένετο χάρις εις την αυστηράν επαγρύπνησιν της αστυνομίας και τα μέτρα άτινα είχε λάβει αύτη.»


    Αυτές λοιπόν οι μαρτυρίες μας δίνουν την εικόνα του πως γιόρταζε την Αποκριά ο απλός κόσμος…

  Από τα δημοσιεύματα των ίδιων εφημερίδων πληροφορούμαστε επίσης και για το πώς τιμούσε την Αποκριά και η εύπορη τάξη της Σύρας:

    Οι μεγαλοαστοί πάλι είχαν έναν άλλο τρόπο να γιορτάζουν την Αποκριά, εντελώς ξενόφερτο, δυτικού τύπου και κατά πολύ… «μοντέρνου», ενός τρόπου ο οποίος έπαλλε ακριβώς το ίδιο  με εκείνον στην καρδιά κάθε ευρωπαϊκής πρωτεύουσας

    Εγκαταλείποντας σιγά σιγά και με την πάροδο των χρόνων τις ρίζες τους και τις παραδόσεις τους σε συνδυασμό με την συνεχώς αυξανόμενη ευμάρεια τους και δανειζόμενοι νέες ιδέες , άλλαξαν ως φυσικό επακόλουθο τις συνήθειες τους.

    Μέγαρα με μεγάλες σάλες δεξιώσεων όπου ακουγόταν Ευρωπαϊκή μουσική, έρεαν ακριβά κρασιά και προσφέρονταν εισαγόμενοι γαστριμαργικοί πειρασμοί, με αίθουσες στολισμένες από φρέσκα άνθη και περίτεχνα διακοσμητικά, με αγάλματα και έργα τέχνης υποδέχονταν καλοντυμένους κυρίους που συνόδευαν κομψές κυρίες με πλούσια φορέματα από τα καλύτερα ευρωπαϊκά ατελιέ, με λάμψη και φινέτσα, με μετάξι, δαντέλα και βελούδο, με αστραφτερά κοσμήματα και ακριβά αρώματα.
   Βαλς και φοξ τροτ οι αγαπημένοι χοροί για τα μεταμφιεσμένα χορευτικά ζευγάρια που απολάμβαναν το μεθύσι της αποκριάς πίνοντας σαμπάνια σε κρυστάλλινα ποτήρια και καθώς το βλέμμα τους, τυχαία ίσως, …Ίσως… κάποιες φορές,.. να έπεφτε έξω από το παράθυρο με τις βαριές βελούδινες κουρτίνες και φευγαλέα να έβλεπε το συγκεντρωμένο, εκεί, στην κεντρική πλατεία, μπουλούκι των απλών εκείνων ανθρώπων  που γιόρταζε την Αποκριά με τον δικό του τρόπο, με οργανάκια και λατέρνες, με απλοϊκές μασκαράτες, που γλεντούσε με γέλια, με χορούς και τραγούδια, και απολάμβανε τόσο μα τόσο πολύ να συμμετέχει στο χορό των Ζεϊμπεκιών, το μοναδικό παραδοσιακό έθιμο της Συριανής Αποκριάς.

Καθαρά Δευτέρα στον Άγιο Ελευθέριο στα Λαζαρέτα.

Καθαρά Δευτέρα στον Άγιο Ελευθέριο στα Λαζαρέτα.